σπληδός

σπληδός
ἡ, Α
σποδός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Απίθανη φαίνεται η άποψη ότι η λ. έχει σχηματιστεί με συμφυρμό από τους τ. σποδός «τέφρα, στάχτη» και χλῆδος «συρφετός, φρυγανώδη χώματα, αποκαθάρματα». Εξίσου απίθανη είναι και η σύνδεση τής λ. με το λατ. splendeo «λάμπω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • σπληδός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπληδοῖο — σπληδός masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπληδῷ — σπληδός masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπληδώ — σπληδός masc nom/voc/acc dual σπληδώ fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπληδώ — ἡ, Α σποδός. [ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος τ. τού σπληδός*] …   Dictionary of Greek

  • (s)p(h)el-2 —     (s)p(h)el 2     English meaning: to shine, shimmer     Deutsche Übersetzung: “glänzen, schimmern”     Material: O.Ind. sphuliŋga m. ‘spark” (Erweiter. eines *sphuli = Arm. p”ail, IE *spheli ), visphulíŋga ds., vi spuliŋgaka “Funken… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”